kick off



  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: kick off, kickoff

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
kick off vi phrasal (ball game: start play)ξεκινάω, ξεκινώ, αρχίζω ρ αμ
 The game will kick off at noon on Sunday.
 Ο αγώνας θα ξεκινήσει το Σάββατο στις 12 το μεσημέρι.
kick off vi phrasal figurative, slang (begin)ξεκινάω, ξεκινώ, αρχίζω ρ αμ
 The festivities will kick off this afternoon.
 Οι εορτασμοί θα ξεκινήσουν σήμερα το απόγευμα.
kick off vi phrasal UK, figurative, slang (argument, fight: begin) (μεταφορικά)ανάβω, φουντώνω ρ αμ
  ανάβουν τα αίματα έκφρ
  (ο καυγάς)ξεκινάω, ξεκινώ ρ αμ
 Things kicked off when James accused Carl of stealing from him.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ο καυγάς φούντωσε όταν ο Ματ κατάλαβε ότι η Κέιτ του έλεγε ψέματα.
 Ολα ξεκίνησαν όταν ο Τζέιμς κατηγόρησε τον Κάρλ ότι τον είχε κλέψει.
kick off vi phrasal UK, figurative, slang (person: become argumentative) (μεταφορικά, καθομιλουμένη)ανάβω, φουντώνω ρ αμ
  (μεταφορικά, αργκό)τσιτώνω ρ αμ
 Ian kicked off when he realized he wasn't going to get his own way.
 Ο Ίαν άναψε, όταν συνειδητοποίησε ότι δεν θα περνούσε το δικό του.
kick off at [sb] v expr UK, figurative, slang (become angry with) (καθομιλουμένη)τσαντίζομαι με κπ, θυμώνω με κτ περίφρ
  (μεταφορικά, αργκό)τα παίρνω με κπ έκφρ
 My ex kicked off at me when I said he couldn't keep borrowing my car whenever he liked after we split up.
kick [sth] off vtr phrasal sep figurative, slang (begin)ξεκινάω, ξεκινώ, αρχίζω ρ μ
  (καθομιλουμένη)μπαίνω σε κτ ρ αμ + πρόθ
 They are going to kick off the new season with a big party.
 Θα ξεκινήσουν τη νέα σεζόν μ' ένα μεγάλο πάρτι.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
kickoff (US),
kick-off (UK)
n
(soccer) (ποδόσφαιρο)σέντρα ουσ θηλ
 The away team scored the first goal almost immediately after the kickoff.
kickoff (US),
kick-off (UK)
n
(American football) (ξενικό)kickoff ουσ ουδ άκλ
 At the kickoff, the home team took control of the field.
kickoff (US),
kick-off (UK)
n
figurative, informal (start, beginning)εκκίνηση, αρχή, έναρξη ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)ξεκίνημα ουσ ουδ
 Tonight is the campaign kickoff.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση kick off στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «kick off».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!