| Κύριες μεταφράσεις |
| kick off vi phrasal | (ball game: start play) | ξεκινάω, ξεκινώ, αρχίζω ρ αμ |
| | The game will kick off at noon on Sunday. |
| | Ο αγώνας θα ξεκινήσει το Σάββατο στις 12 το μεσημέρι. |
| kick off vi phrasal | figurative, slang (begin) | ξεκινάω, ξεκινώ, αρχίζω ρ αμ |
| | The festivities will kick off this afternoon. |
| | Οι εορτασμοί θα ξεκινήσουν σήμερα το απόγευμα. |
| kick off vi phrasal | UK, figurative, slang (argument, fight: begin) (μεταφορικά) | ανάβω, φουντώνω ρ αμ |
| | | ανάβουν τα αίματα έκφρ |
| | (ο καυγάς) | ξεκινάω, ξεκινώ ρ αμ |
| | Things kicked off when James accused Carl of stealing from him. |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ο καυγάς φούντωσε όταν ο Ματ κατάλαβε ότι η Κέιτ του έλεγε ψέματα. |
| | Ολα ξεκίνησαν όταν ο Τζέιμς κατηγόρησε τον Κάρλ ότι τον είχε κλέψει. |
| kick off vi phrasal | UK, figurative, slang (person: become argumentative) (μεταφορικά, καθομιλουμένη) | ανάβω, φουντώνω ρ αμ |
| | (μεταφορικά, αργκό) | τσιτώνω ρ αμ |
| | Ian kicked off when he realized he wasn't going to get his own way. |
| | Ο Ίαν άναψε, όταν συνειδητοποίησε ότι δεν θα περνούσε το δικό του. |
| kick off at [sb] v expr | UK, figurative, slang (become angry with) (καθομιλουμένη) | τσαντίζομαι με κπ, θυμώνω με κτ περίφρ |
| | (μεταφορικά, αργκό) | τα παίρνω με κπ έκφρ |
| | My ex kicked off at me when I said he couldn't keep borrowing my car whenever he liked after we split up. |
| kick [sth] off vtr phrasal sep | figurative, slang (begin) | ξεκινάω, ξεκινώ, αρχίζω ρ μ |
| | (καθομιλουμένη) | μπαίνω σε κτ ρ αμ + πρόθ |
| | They are going to kick off the new season with a big party. |
| | Θα ξεκινήσουν τη νέα σεζόν μ' ένα μεγάλο πάρτι. |
| Κύριες μεταφράσεις |
kickoff (US), kick-off (UK) n | (soccer) (ποδόσφαιρο) | σέντρα ουσ θηλ |
| | The away team scored the first goal almost immediately after the kickoff. |
kickoff (US), kick-off (UK) n | (American football) (ξενικό) | kickoff ουσ ουδ άκλ |
| | At the kickoff, the home team took control of the field. |
kickoff (US), kick-off (UK) n | figurative, informal (start, beginning) | εκκίνηση, αρχή, έναρξη ουσ θηλ |
| | (καθομιλουμένη) | ξεκίνημα ουσ ουδ |
| | Tonight is the campaign kickoff. |